The Gene of Doubt

Το Γονίδιο της Αμφιβολίας πρωτοκυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 1999 από τις εκδόσεις Πόλις. Έχει μεταφραστεί στα Γερμανικά από τον Ulf-Dieter Klemm (Reclam Verlag), στα Γαλλικά από τον Gilles Decorvet (ed. Gallimard), στα Ιταλικά από τον Alberto Gabrieli (Ponte alle Grazie), στα Σλοβενικά από την Klarisa Jovanovic (Modrijan publ.), στα Σερβικά από τη Σιμωνίδα Αργυράκου (Stampar Makarije ed.), στα Κινεζικά (New Star Press publ.) και στα Πορτογαλικά από τον Jose Antonio Costas Idea (Babel ed.). Δείτε παρακάτω ένα ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ καθώς και ΚΡΙΤΙΚΕΣ για το βιβλίο από τον ελληνικό και ξένο Τύπο.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

…στα μέσα της δεκαετίας του ’30 πιο πιθανό ήταν να συναντήσεις ένα συγγραφέα να αγωνιά στην αίθουσα αναμονής ενός ειδικού εργαστηρίου, παρά στον προθάλαμο του γραφείου ενός εκδότη.

Χρειάζεται, άραγε, ν’ αναφερθώ στ’ αποτελέσματα;

Η συντριπτική πλειονότητα εισέπραξε μια οδυνηρή διάψευση. Ελάχιστοι ήταν εκείνοι που με ασυγκράτητη χαρά έτρεξαν να διαπραγματευτούν το επόμενο συμβόλαιό τους. Οι υπόλοιποι βρέθηκαν στην εξαιρετικά δυσάρεστη θέση να αναζητούν άλλους τρόπους βιοπορισμού, έχοντας ν’ αντιμετωπίσουν, εκτός απ’ την απόλυτη και οριστική ματαίωση των προσδοκιών τους, και τον οίκτο του κοινωνικού τους περίγυρου –στην καλύτερη περίπτωση, μιας και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που εισέπραξαν τη χλεύη και τη χαιρεκακία. Νομίζω πως είναι ενδεικτικό το ότι η Ιστορία –αυτός ο ανηλεής οδοστρωτήρας για τους ηττημένους- τους φιλοδώρησε με το σκληρό προσωνύμιο οι ακυρωμένοι.

Το τεστ Τσίμερμαν ήρθε σε μια εποχή κατά την οποία το πολιτιστικό προϊόν δεν υπήρχε ανεξάρτητα απ’ τη διαφήμισή του. Μέσα στην καταιγίδα της πληροφόρησης, η προώθηση του προϊόντος, το μάρκετινγκ, έπαιζε καθοριστικότερο ρόλο από την ίδια την αξία του. Το τεστ έδωσε ένα τέλος σ’ αυτό το παιχνίδι, σαν αρχάγγελος τιμωρός με τη ρομφαία, που ήρθε εξ ουρανού να βάλει τάξη στον οίκο του εμπορίου. Κάποιοι θυμήθηκαν τις δηλώσεις του Τσίμερμαν περί μετρίων, θολούρας και αναρχίας, και τις υποσχέσεις του ότι με την ανακάλυψή του θα επικρατούσε δικαιοσύνη.

Το βέβαιο, πάντως, είναι πως κατά το διάστημα της προσαρμογής στα νέα δεδομένα επικράτησε αναταραχή. Οι σχολές δημιουργικού γραψίματος καταργήθηκαν. Οι σχολές καλών τεχνών και τα ωδεία άλλαξαν προσανατολισμό και τρόπο λειτουργίας. Η σημασία των καλλιτεχνικών βραβείων αμφισβητήθηκε έντονα, και ο τρόπος απονομής τους αναθεωρήθηκε. Τα στεγανά ανάμεσα στα είδη καταργήθηκαν˙ ένας αποδεδειγμένος συγγραφέας, για παράδειγμα, δεν είχε την παραμιρκή αναστολή να γράψει επιστημονική φαντασία ή αστυνομικό μυθιστόρημα, και το αναγνωστικό κοινό έκανε τις επιλογές του χωρίς τύψεις. Ρεύματα, κινήματα, δόγματα και μανιφέστα, έμειναν ρήματα κενά, λέξεις που έρχονταν από άλλες εποχές, μνημεία άξια προσοχής για τους ιστορικούς της τέχνης και μόνον. Ανάμεσά τους, μια ακόμα λεξούλα, πολυχρησιμοποιημένη και κακοπαθημένη στο πέρασμα των αιώνων, το ταλέντο, απέκτησε σαφές νόημα, παραπέμποντας πλέον σε κάτι μετρήσιμο και απτό, χάνοντας, όμως, όπως είναι φυσικό, ένα μέρος της σκοτεινής γοητείας της˙ ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που τόσο γρήγορα έπεσε σε αχρησία.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

«…Το μυθιστόρημα αυτό είναι ένα από τα πιο ευρηματικά έργα επιστημονικής φαντασίας των τελευταίων χρόνων σε διεθνή κλίμακα. Αν είχε γραφτεί στα αγγλικά, μπορεί να γινόταν παγκόσμιο μπεστ σέλερ… (…) το μυθιστόρημα του Παναγιωτόπουλου είναι πρωτότυπο και μεστό από ουσία: είναι από τα πρώτα λογοτεχνικά έργα που θίγουν το ζήτημα ενός γενετικού ολοκληρωτισμού που ίσως βρίσκεται επί θύραις και θα είχε φοβερές συνέπειες πιο πολύ σε άλλους τομείς παρά στην τέχνη.»

 Δ. Κούρτοβικ, Τα Νέα, 1.07.2000

«…Σ’ αυτόν τον καμβά ο συγγραφέας εξυφαίνει καταστάσεις, δημιουργεί πρόσωπα και χαρακτήρες, ενσωματώνει άλλες αφηγήσεις, τονίζει το βάσανο και την ωδύνη της γραφής και του συγγραφέα, παίζει με αναφορές σε λογοτεχνικά είδη και ονόματα και ειρωνεύεται υπαινικτικά. Με μόνα δάνεια στοιχεία απ’ το είδος της επιστημονικής φαντασίας, το «τεστ Τσίμερμαν» και τον μελλοντικό χρόνο δράσης της μυθοπλασίας, επιχειρεί με επιτυχία μια κριτική ματιά και μια σατιρική αλληγορία των εκδοτικών ηθών, νοοτροπιών και πρακτικών, που παγιώνονται με ταχύτητα σήμερα, καταθέτοντας ταυτόχρονα τον σκεπτικισμό του για τη συνθήκη της λογοτεχνίας και της τέχνης γενικότερα στον καιρό της άκρατης εμπορευματοποίησης.»

 Κ. Καρακώτιας, Κυριακάτικη Αυγή, 9.01.200

«…Το Γονίδιο της Αμφιβολίας δεν είναι δουλειά κάποιου ανυποψίαστου, ο οποίος δεν έχει καταλάβει την προϊούσα κατάργηση της αξιακής γλώσσας, που επιβάλλει όλο και με επιτακτικότερες αξιώσεις το πνεύμα του μεταμοντερνισμού. Έτσι το κείμενο που κατάμε στα χέρια μας μετατρέπεται βαθμιαία σε ένα είδος κοινωνιολογίας της εκδοτικής, αλλά και της καλλιτεχνικής ηθικής των ημερών μας, καθώς και των διαύλων μέσω των οποίων επηρεάζει και εν τέλει καθορίζει τη στάση, αλλά και τη μέθοδο εργασίας του συγγραφέα. Και ο όρος «κοινωνιολογία» δε θα πρέπει, νομίζω, να μας ανησυχήσει. Ο Παναγιωτόπουλος έχει επεξεργαστεί τα μάλα τη φόρμα του κι έχει καταβάλει ξεχωριστή φροντίδα για την κατανομή της δράσης και την ανέλιξη της πλοκής: ο αναγνώστης θα πρέπει να φτάσει ώς την τελευταία ράδα για να κατανοήσει πλήρως το μύθο που παρακολουθεί, όπως και για να καταλάβει σε όλη τους την έκταση τις ποικίλες μεθόδους και τεχνικές, οι οποίες συστεγάζονται στο εσωτερικό της αφήγησης… (…) το Γονίδιο της Αμφιβολίας είναι ένα ολοκληρωμένο, έξυπνο και καθ’ όλα πρωτότυπο μυθιστόρημα, που ανοίγει παράλληλα μια καινούργια προοπτική στις κατευθύνσεις της ελληνικής πεζογραφίας ενόσω διαβαίνει το κατώφλι του νέου αιώνα.»

 Β. Χατζηβασιλείου, Βιβλιοθήκη, Ελευθεροτυπία, 4.02.2000

 

«…Το τράβελινγκ του Νίκου Παναγιωτόπουλου πάνω από τις λογοτεχνίες σηκώνει ένα μικρό, ευεργετικό αεράκι. Αρκεί. Λίγο ψηλότερα να πάνε οι λέξεις, λίγο μακριά από την τύρβη, από τα μεγάλα λόγια που κυκλοφορύν συνέχεια κι ας λήγουν σε μηδέν. Το Γονίδιο της Αμφιβολίας είναι ένα πολύ σημαντικό μυθιστόρημα, αν όχι για κανέναν άλλο λόγο, τουλάχιστον γιατί εγχέει στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία μια σοφή δόση ευπρέπειας, ευγένειας και –επιτέλους!- χιούμορ, και γιατί δεν φοβάται τον κοσμοπολιτισμό που συνάδει με την εξ ορισμού οικουμενικότητα της τέχνης. (…) Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος τόλμησε: Τράβηξε χαρτί και δεν κάηκε. Έσπασε το βάζο και τη γλίτωσε. Έφαγε όλη τη μαρμελάδα της δημιουργίας και δεν πόνεσε η κοιλιά του. Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος συνέλαβε έναν κόσμο που μπορεί και να μας περιμένει σε κάποιο στερέωμα. Εκόντες άκοντες, έχουμε δεν έχουμε ταλέντο, για το ίδιο μέλλον τραβάμε όλοι. Η μόνη διαφορά είναι ότι κάποιοι θα έχουν υποβληθεί στις εξετάσεις του Θεού˙ κάποιοι θα έχουν πάρει τα αποτελέσματα˙ κάποιοι θα ξέρουν.»

 Α. Κυριακίδης, Νέα Εστία, τχ 1740, Δεκέμβριος 2001

«…Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος… απέδειξε ήδη από το πρώτο του μυθιστόρημα την κλίση του προς τον φανταστικό ρεαλισμό. Το σατιρικό του όραμα στην «Επινόηση της Αμφιβολίας» ανάγει τη δυσαρέσκεια για το παρόν σε καρικατούρα της μελλοντικής βιομηχανίας της λογοτεχνίας. Ταυτόχρονα ο συγγραφέας συνδέει την καυστική του πολεμική με τμήματα εσωτερικού μονολόγου σε ανεπιτήδευτη πρόζα, ενσωματώνει λόγιους υπαινιγμούς του μυθιστορήματος ιδεών σε μια καθημερινή ερωτική ιστορία, υπονομεύει τη συναισθηματική κατάσταση του δράματος του δημιουργού με κυνικά σχόλια. Η σχετικά λιτή αφήγηση της ιστορίας, χωρίς περιττές περιγραφές, οφείλεται στη διάγνωση μιας κρίσιμης κατάστασης που ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και που αποτελεί βάση της ουτοπίας. (…) Το μυθιστόρημα του Παναγιωτόπουλου διαβάζεται σαν εριστική πραγματεία, αλλά και σαν νουβέλα. Απαιτεί την κριτική, αυτή τη λέξη-σύνθημα του 18ου αιώνα, για την ορθολογιστική εποχή του σκακιστή-υπολογιστή˙ μας θυμίζει τη διαφορά μεταξύ μεγαλοφυΐας και γενετικής, όταν ο υπόλοιπος κόσμος δε χορταίνει τα θαύματα της βιοτεχνολογίας˙ και μας ενισχύει την άποψη ότι αν μια γάτα φάει ένα καναρίνι δε σημαίνει ότι θα μπορέσει και να τραγουδήσει. Μακάρι να βρει πολλούς αναγνώστες το βιβλίο! Αν μη τι άλλο, γιατί χρωστάμε στον συγγραφέα την ωραιότερη πιθανόν, αφιέρωση στην ιστορία της λογοτεχνίας: ‘Σε όσους πλαγιάζουν κάθε βράδυ στα ξέστρωτα σεντόνια της αμφιβολίας…’»

 Evelyn Finger, Die Zeit, 26.07.2002

 

«…Το μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας του Νίκου Παναγιωτόπουλου είναι δείγμα εξαίρετης γλώσσας και αφοπλιστικής ειρωνείας, που ισορροπεί θαυμάσια μεταξύ slapstick και γοητευτικών αφορισμών…»

 Schweriner Volkszeitung, 16.09.2002

 «…Ένα βιβλίο που μας διδάσκει το φόβο. Ένα φαουστικό μυθιστόρημα απ’ την Ελλάδα –σαρκαστικό, πικρό, τρομακτικό…»

News, 7.11.2002

 

«…Ένα πικρό βιβλίο του Έλληνα Παναγιωτόπουλου, φάρσα και οξυδερκής περιγραφή της σύγχρονης, αρρωστημένης κατάστασης που επικρατεί στην αγορά της τέχνης..»

 Tiroler Tageszeitung, 16.11.2002

«…Το μυθιστόρημα του Έλληνα Νίκου Παναγιωτόπουλου αποτελεί μια απ’ τις απολαυστικότερες σάτιρες επιστημονικής φαντασίας σχετικά με τη βιομηχανία της λογοτεχνίας. Το ζήτημα περί της ποιότητας της τέχνης λύνεται ενώπιον της μανίας γύρω από τη γενετική, μέσω ενός απλού τεστ που ανιχνεύει ακόμα και σε βρέφη τη δημιουργική τους ικανότητα. Ο Παναγιωτόπουλος θα  περνούσε σίγουρα το τεστ…»

 Echo, Νοέμβριος 2002

 

«…Όποιος αγαπά τα ευφυή τεχνάσματα θα ενθουσιαστεί με το Die Erfindung  des Zweifels…»

 

Kleine Zeitung, 14.12.2002

 

 «…Ένα ευφυές μυθιστόρημα, που μπορεί να διαβαστεί και ως παραβολή μιας υπερφίαλης βιομηχανίας της τέχνης. Το συστήνουμε ανεπιφύλακτα…»

 Buchprofile, τχ 4/ 2002

 

«…Ένα μυθιστόρημα του «θαυμαστού καινούργιου κόσμου», στο δρόμο που χάραξαν οι Orwell, Huxley και Samjatin…»

 Lausitzer Rundschau, 28.09.2002

 

«…Ο Παναγιωτόπουλος είναι παίκτης, μπλοφάρει με επιτηδευμένη γλώσσα, κυνισμό και ανθοστόλιστες εικόνες, ενώ σχεδόν κάθε λέξη του έχει ειρωνική σημασία. Μέσω του ήρωά του ο αναγνώστης ανακαλύπτει το αληθινό πρόσωπο του συγγραφέα, και αφήνει στο τέλος το λεπτό βιβλίο στην άκρη με τη βεβαιότητα ότι μόλις διάβασε μια αρκετά πρωτότυπη ιστορία…»

 Brigitte extra, 4.09.’02

 

«…μεγαλειώδες έργο επιστημονικής φαντασίας… Για το μυθιστόρημα του Νίκου Παναγιωτόπουλου δεν υπάρχει πάντως καμιά αμφιβολία: ιδιοφυές!»

Neue Presse, 22.10.2002

 

«…Ο συγγραφέας Νίκος Παναγιωτόπουλος γράφει μια συναρπαστική παραβολή της βιομηχανίας της λογοτεχνίας, όλου αυτού του τσίρκου γύρω από τη δόξα και τις εκδόσεις. Το βιβλίο του Έλληνα δημοσιογράφου και μηχανικού αποτελεί συγχρόνως ένα καυστικό μελλοντολογικό μυθιστόρημα, που βρίσκεται υπεράνω πάσης αμφιβολίας…»

 Kulturspiegel, Νοέμβριος 2002

«…Το δεύτερο μυθιστόρημα του Έλληνα συγγραφέα κλίνει έντονα προς τον φανταστικό ρεαλισμό. Ως παραβολή του φόβου του ανθρώπου για καθετί ασαφές και ως καρικατούρα της βιομηχανίας της λογοτεχνίας του αύριο, η βαθιά και εμπνευσμένη μελλοντολογική αυτή σάτιρα περιγράφει χωρίς εξωραϊσμούς τη δυσαρέσκεια απέναντι στη σημερινή κατάσταση. [...] Ένα έργο αξιώσεων που δεν θα ’πρεπε να το βρίσκουμε μόνο στα πιο ενημερωμένα βιβλιοπωλεία…»

 ekz-Informationsdienst, Δεκέμβριος 2002

«…Sous des dehors habilement romanesques, ce livre est au fond une réflexion alerte et stimulante sur le talent, sa nature, son ‘obscure séduction’. Celui de Panayotopoulos, lui, ne fait en tout cas aucun doute. Et point n’ est besoin de le tester pour le mesurer: il suffit de le lire pour s’ y laisser prendre.»

Fl. Noiville, Le Monde, 12.03.2004

 

«…Un roman racontant à ses premiers lecteurs les critiques, leur vanité et leur prochaine disparition ne peut pas être tout à fait évité ni, a priori, tout à fait mauvais. Celui-ci est réussi : il donne un plaisir léger. On y découvre un monde, vers 2050, où le doute sur la qualité d’artiste, et en particulier d’écrivain, n’existe plus : un test fiable, le test Zimmermann, permet d’identifier le gène de l’art… A l’exception des auteurs de grands best-sellers, nommés les «prémunis», chaque écrivain doit passer le test. Les «invalidés» et ceux qui refusent de s’y soumettre ne sont plus édités. Leurs livres sont pilonnés. On les oublie. Les cadavres des grands morts sont exhumés et leurs os, comme ceux d’Yves Montand, analysés. Jusque-là, le temps effectuait le tri à la sortie. C’était un tri toujours douteux, variable selon l’époque et le lieu. Désormais, grâce au test Zimmermann, le tri se fait à l’entrée. Il est universel et définitif. Le grand public, naturellement, suit. En quelque sorte, il lit à coup sûr. Le marché était jusque-là victime de surproduction ; soudain il se raréfie. Le flot ambigu et redoutable des récits autobiographiques se tarit : «N’ayant plus à faire la preuve de sa condition d’écrivain, l’auteur se passait à présent de ces piètres artifices visant à gagner l’attention du lecteur.» La fiction règne sous forme de produit garanti par le test. Les petites maisons meurent. La concentration éditoriale est presque absolue. Les grands groupes réduisent leur personnel. Ils éliminent avant tout les comités de lecture, devenus inutiles. Leur unique problème est la matière première : trouver l’écrivain au berceau…»

Ph. Lançon, Libération, 27.05.2004

 

«…Nicos Panayotopoulos, jeune homme très réservé, est peut-être bien le nouveau George Orwell – insolent, décapant, hilarant – dont nous avions besoin. Son premier roman à être traduit en France est une pure fantaisie, un de ces livres qu’on lit avec bonheur. Le Gène du doute – titre énigmatique, un peu rébarbatif ? – peut apparaître comme un roman d’anticipation : l’histoire se déroule entre les années 2030 et 2060. Mais là s’arrête toute ressemblance avec un futurisme glacé : aucun petit bonhomme vert au pouvoir extravagant ne surgit au fil des pages. Tout dans ce livre – les personnages, les lieux, les situations – rappelle étrangement notre présent, nos sociétés occidentales, d’Europe et d’ailleurs. Le narrateur, James Wright, était jadis écrivain. «Wright or die», telle était sa devise, subtil jeu de mots qui laisse entendre write or die, écrire ou mourir. Justement, le voilà au seuil de la mort. Il s’oblige à reprendre la plume et, d’une verve miraculeuse pour un moribond, il rédige son ultime livre… Il fut une époque où James Wright était un auteur à succès, tranquille sur la route de l’écriture. Lorsque son éditeur l’oblige à passer le «test de Zimmermann» avant de le publier à nouveau, Wright dégringole, s’affole, et refuse. Zimmermann, chercheur en génétique, a en effet mis en évidence le gène de l’artiste. Une petite piqûre, quelques analyses de sang, et hop ! le résultat : ou vous avez le gène de la création et vous serez sacré peintre, musicien ou écrivain, ou vous ne l’avez pas et vous changez de prétentions. Wright, obstiné dans son refus, ne trouve plus d’éditeur. Les maisons d’édition qui ne font confiance qu’aux écrivains «positifs» ne s’encombrent plus de comité de lecture, débauchent leur personnel, réduisent les coûts de fabrication et se croquent les unes les autres. Ne restent dans le paysage que celles qui fabriquent des best-sellers garantis 100 % pur génie. Les critiques littéraires, désormais dans l’impossibilité de «louer ou de blâmer», disparaissent de la nature ; quelques-uns se reconvertissent sans vergogne dans la pub ; la presse, déjà convenue, devient insipide. Quant aux lecteurs, les pauvres, ils sont réduits à l’état de consommateurs dociles… S’il regarde son héros ­ cet autre lui-même ­ avec compassion, il ne fait rien pour lui épargner une descente aux enfers. Victime d’un nouvel ordre totalitaire, James Wright se coupe du monde, se fait reclus et… ne parvient plus à écrire un seul mot…»

Martine Laval, Télérama, 3-9.07.2004

 

«…Dans son roman d’anticipation, une simple prise de sang indique si un individu possède ou non la fibre artistique. Cela signifie que le doute n’est plus permis, que l’épreuve du temps semble superflue. Le talent ou le génie ne doivent plus rien au hasard, au goût, à la postérité, et tout à l’ADN. Nouvel Orwell d’une candeur redoutable, le romancier situe son intrigue dans les années 2030. On lui sait gré de nous épargner les clichés du genre futuriste. Point de téléportation, aucune robotisation galopante : nos héritiers vivent quasiment comme nous, à ceci près qu’ils font les frais de la découverte d’un professeur Nimbus porté sur la génétique… Dans ce nouveau monde totalitaire, le héros, James Wright, fait de la résistance. Ses deux premiers romans avaient reçu un accueil critique flatteur. Mais le troisième déçoit. On lui propose de faire le test. Il refuse. Alors commence la descente aux enfers… Panayotopoulos promène – non sans l’affoler – son lecteur dans un univers kafkaïen, confrontant subtilement l’inné à l’acquis, le progrès à la sagesse, la modernité à la tradition. C’est captivant et inquiétant à la fois.»

Elizabeth Gouslan, Le Figaro, 10.06.2004

«…Le Gène du doute, science-fiction éditoriale convaincante proche de Borgès et de Paul Auster, nous projette en 2063, dans un monde bouleversé par la découverte du gene de l’ artiste. (…) La saveur picante du roman tient advantage au fait que l’ auteur pousse la logique de cette découverte jusque dans ses ultimes consequences pratiques, souvent cocasses, avant de poser, bien sûr, la question de la valeur du doute en art (dans une pirouette finale très réussie). Ce monde-làtouche le nôtre de bien près, et l’ auteur donne aux derives de notre époque un visage grimaçant, mais aussi très drôle…»

Agnès Passot, Études, Juillet 2004

«…Pas besoin de piqûre pour se convaincre du genie de l’ auteur et de la sûreté de son jugement: on ne lâche pas cet habile roman gigogne, qui chamber avec malice les vanités de notre société frileuse.»

Jeanne de Menibus, Le Nouvel Observateur, 29.04.2004

«…Bref, Panayotopoulos penche non sans talent du côté de la fable et de l’ humour critique. Avec, en filigrane, de bells pages sur le doute caustique qui ronge l’ écrivain face à son œuvre et que ne résoudra jamais un test.»

Philippe Curval, Magazine Littéraire, Juin 2004

 

«…Una ironia calibrata, per nulla amara e mai risentita, fa da sostegno alla trama del romanzo di Nicos Panayotopoulos, imbrigliando via via tutti i vezzi e la vacuità di una società letteraria ritratta con dovizia di dettagli e di immaginazione, persino tramite il corredo di note a piè di pagina, dove viene depositata la biografia di tutti I personaggi mai nati, che popolano queste pagine come figure di un monito.»

FrancescaBorrelli, Il Manifesto, 24.11.2005

«…alla fine rinascerà il dubbio, la quintessenza della libertà umana contro tutte le machine e le tirannie, anche della ragione. Chi ne voglia sapere di più, legga il libro di Panayotopoulos. Uno di quelli buoni, tra I tanti fasulli, vuoti, senza ispirazione né talento che affollano le librerie, e che si riconoscono a prima vista. Altro che ‘test Zimmerman’.»

Giuseppe Conte, Il Giornale, 6.09.2005