Ο Ζίγκι απ’ τον Μάρφαν – Το ημερολόγιο ενός εξωγήινου πρωτοκυκλοφόρησε το 1998 από τις εκδόσεις Πόλις. Αργότερα μεταφράστηκε στα Ιταλικά από τον Alberto Gabrieli και το 2002 εκδόθηκε από τον οίκο Crocetti. Δείτε παρακάτω ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ από το βιβλίο και ΚΡΙΤΙΚΕΣ.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Τις μισώ τις εκθέσεις. Είναι το χειρότερό μου μάθημα. Δεν είναι ότι δεν μπορώ να γράψω, σιγά. Απλώς όλο βάζουν κάτι ηλίθια θέματα κι ούτε που σε ρωτάνε αν έχεις όρεξη να γράψεις γι’ αυτά. Ας πούμε εκείνη την ημέρα έπρεπε σώνει και καλά να γράψω για τον καλύτερό μου φίλο. Εντάξει. Έγραψα. Ο καλύτερός μου φίλος είναι ο Ντικ Σπέις. Μετά έγραψα τι φοράει, για τη μάσκα δηλαδή, το ρολόι-πομπό και τα ειδικά παπούτσια με τα πυραυλάκια, που τα χρησιμοποιεί μονάχα άμα κινδυνεύει, για να ξεφύγει απ’ τους διώκτες του. Έγραψα και για την αποστολή του, να σώσει δηλαδή τους δικούς του που είναι αιχμάλωτοι στον πλανήτη Νιούτρον και να τους πάρει πίσω στην Άλμπα. Αυτά. Μου έβαλε πέντε. Κι όταν το είδε ο Θορν άρχισε να ουρλιάζει για τις βλακείες που γράφω στις εκθέσεις. Αλλά ο Θορν είναι ο βλάκας που δεν καταλαβαίνει ότι εμένα ο καλύτερός μου φίλος είναι ο Ντικ Σπέις και λέει ότι ακόμα κι αν δεν έχω έναν πραγματικό φίλο θα μπορούσα να γράψω ότι ο καλύτερός μου φίλος είναι το βιβλίο. Μεγάλη ηλιθιότητα. Γιατί και ο Ντικ Σπέις κατά βάθος βιβλίο είναι. Αλλά εγώ δεν είμαι φίλος με το βιβλίο. Είμαι φίλος με τον Ντικ Σπέις. Άντε να το καταλάβει αυτό ο Θορν. Τέλος πάντων, ήταν βλακεία μου που το ’γραψα αυτό στην έκθεση, γιατί το ήξερα ότι θα πάρω πέντε κι ότι ο Θορν θα βάλει τις φωνές και θα κάτσει να διαβάσει τι έγραψα και πήρα πέντε. Πάλι κόντεψα να προδοθώ. Ευτυχώς ο Θορν ούτε που κατάλαβε ποιος είναι ο Ντικ Σπέις. Το μόνο που κατάλαβε είναι ότι στην έκθεση είμαι λέει «αδύνατος». Σκασίλα μου εμένα.
ΚΡΙΤΙΚΕΣ
«…Τα αληθινά ψέματα του Ζίγκι αποτελούν το ένα ισχυρό σημείο του Παναγιωτόπουλου, που αίρει αυτομάτως το ημερολόγιο του μικρού του ήρωα υπεράνω οιουδήποτε αιτήματος αληθοφάνειας, χωρίς να υποσκάπτει ή να υπονομεύει το ρεαλισμό του. Το άλλο ισχυρό σημείο του συγγραφέα βρίσκεται στη γλώσσα του. Με τη χαριτωμένη αφέλεια, που γίνεται σπαρταριστή σοφία όταν σχολιάζει τις πράξεις των μεγάλων, με τα πολύ συμπαθητικά του πρωθύστερα, αλλά και με την ευνόητα παρατακτική του σύνταξη, ο Ζίγκι είναι η ολοζώντανη φωνή ενός εντελώς πραγματικού παιδιού: φωνή όχι κάποιου μικρομέγαλου, που σχηματίστηκε κατά παραχώρηση στο εργαστήριο μιας ενήλικης οπτικής, αλλά ενός αυθεντικού πιτσιρικά, που υπό μία έννοια (την έννοια της πλαστικής του φαντασίας) έχει μετατρέψει τη ζωή του σε τέχνη…»
Β. Χατζηβασιλείου, Ελευθεροτυπία, 16.10.’98
«…ο Νίκος Παναγιωτόπουλος επιδίδεται αρκούντως αριστοτεχνικά στο χειρισμό μιας ιστορίας που διακρίνεται από την πρωτοτυπία της οπτικής γωνίας ενός τουλάχιστον παρορμητικού εφήβου, καθότι μπορεί να θεωρηθεί κάτοψη των ανθρώπινων πραγμάτων, ως ματιά που «γράφει» τις συναισθηματικές συνδιαλλαγές απλών, καθημερινών ανθρώπων του σήμερα. Σε κάθε περίπτωση, ο ήρωας-αφηγητής αντιλαμβάνεται την παραδεδεγμένη ροή της πραγματικότητας, την πρωτοεπίπεδη και «συμφωνημένη» προοπτική της ζωής –σε μια πόλη όπως η Αθήνα του 1998- με δικούς του διαφοροποιημένους κωδικούς, ικανούς πάντως να τον ωθούν σ’ ένα περιθώριο όπου η λογική του χωράει τα οξύμωρα του χρόνου και του χώρου του μυθιστορήματος…»
Β.Ρούβαλης, Διαβάζω,Ιανουάριος 1999
«…Ο τρόπος που ο μικρός παρερμηνεύει αδιάκοπα την πραγματικότητα για να τροφοδοτήσει την παράλογη πίστη του αποτελεί διασκεδαστική πηγή χιούμορ και ταυτοχρόνως υποδηλώνει τη σπαρακτική αποξένωση του ήρωα προς όσους τον περιβάλλουν: ό,τι στην αρχή μοιάζει με παιχνίδι, στο τέλος θα αποδειχτεί δράμα…»
Ε. Κοτζιά, Καθημερινή, 25.10.’98
«…Ένα τρυφερά σπαρακτικό βιβλίο για μια εφηβεία αλλιώτικη απ’ τις άλλες…»
Ε. Γκίκα, Έθνος, 21.06.’98